σύμψυχος

[симпсихос] еж. единодушный, согласный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "σύμψυχος" в других словарях:

  • σύμψυχος — η, ο / σύμψυχος, ον, ΝΜΑ, και σύψυχος Ν νεοελλ. μσν. αύτανδρος («το καράβι βούλιαξε σύψυχο») αρχ. 1. αυτός που έχει το ίδιο φρόνημα με κάποιον άλλον («ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν άγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῡντες», ΚΔ) 2. ο ενωμένος… …   Dictionary of Greek

  • σύμψυχος — σύμψῡχος , σύμψυχος of one mind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμψυχον — σύμψῡχον , σύμψυχος of one mind masc/fem acc sg σύμψῡχον , σύμψυχος of one mind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμψυχία — ἡ, ΜΑ [σύμψυχος] σύμπνοια …   Dictionary of Greek

  • συμψυχώ — όω, Μ [σύμψυχος]. ενώνω με την ψυχή …   Dictionary of Greek

  • σύψυχα — Ν επίρρ. βλ. σύμψυχος …   Dictionary of Greek

  • σύψυχος — η, ο, Ν βλ. σύμψυχος …   Dictionary of Greek

  • ψυχή — I Λεπιδόπτερο έντομο της οικογένειας των ψυχιδών. Το γένος αυτό αριθμεί πολλά είδη, που ζουν κυρίως στην Ευρώπη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ψ. είναι ο γεννητικός του διμορφισμός. Τα αρσενικά έχουν φτερά και χνουδωτό σώμα και πετούν συχνά… …   Dictionary of Greek

  • συμψύχοις — συμψύ̱χοις , σύμψυχος of one mind masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμψύχου — συμψύ̱χου , σύμψυχος of one mind masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.